Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

* ΑΡΧΑΙΑ ΚΟΡΙΝΘΟΣ, ΑΚΡΟΚΟΡΙΝΘΟΣ ΚΑΙ ΦΑΡΟΣ ΜΕΛΑΓΚΑΒΙ *



Ου παντός πλείν ες Κόρινθον, έλεγε ο Βέγγος όταν έκανε τον ξεναγό σ΄ ένα ζευγάρι Αμερικάνων αλλά ένεκα που ήταν ερασιτέχνης στο επάγγελμα, η μετάφραση πήγε το πράγμα αλλού. Δεν είναι για τον καθένα η Κόρινθος, αυτό δηλώνει η παραπάνω φράση που είχε πει ο Στράβων ο γεωγράφος, διότι η πόλη στην εποχή του ήταν πλουσία, ανώτερη από Αθήνα δηλαδή και ήταν γι’ αυτούς που άντεχε το βαλάντιό τους, κάτι σαν τη Μύκονο δηλαδή αλλά χωρίς μπράβους.

Ήταν η εποχή που πήραν την πόλη οι Ρωμαίοι για τους δικούς τους λόγους και η ανάπτυξη υπήρξε ραγδαία, με εξαγωγές, γεωργία, κτηνοτροφία, δρόμους και άλλα έργα που έκαναν τη διαμονή στα μέρη εκείνα ολίγον τσιμπημένη. Μετά ήρθαν οι Φράγκοι, ύστερα οι Οθωμανοί, κατόπιν οι Ενετοί, ξανά μανά οι Οθωμανοί και ύστερα ήρθε η απελευθέρωση. Τι έμεινε από όλον αυτό τον ρου της ιστορίας; Ένας υπέροχος αρχαιολογικός χώρος στα πόδια του Ακροκόρινθου που εξακολουθεί να ανασκάπτεται και σήμερα διότι το υλικό είναι πλούσιο.



Είναι Αύγουστος και η ζέστη δεν επιτρέπει επίσκεψη μετά τις δώδεκα το μεσημέρι. Το χωριό έχει μια μικρή πλατεία με ταβέρνες και μαγαζιά με σουβενίρ με έμφαση στα μελανόμορφα κεραμικά, καθώς από εδώ ξεκίνησε η ιδέα. Πριν καν μπούμε στον αρχαιολογικό χώρο το βλέμμα μας τραβάει ο ναός του Απόλλωνα που είναι ό, τι απέμεινε από την εποχή προ Ρωμαίων και μετά ακολουθεί το ταμείο στην είσοδο που αν είσαι Έλλην, κάτοικος Ελλάδος δεν το νταγιαντάρεις με την τιμή του εισιτηρίου. Για να πω όμως και την πικρή αλήθεια, αν περίμενε η αρχαιολογία να επιβιώσει από εμάς του ιθαγενείς, θα είχε τινάξει τα πέταλα προ πολλού.



Βάζω στην άκρη τις πεζότητες και μπαίνοντας στο θέμα, έχω να πω ότι το μέρος έχει κάτι μαγικό. Δεν είναι επιβλητικό, δεν κραυγάζει, είναι μια ήσυχη καταβύθιση στην ιστορία κάτω από αυτό το φως που λατρεύει το μάρμαρο και το αγκαλιάζει έτσι που νιώθουμε σα να αγκαλιάζει κι εμάς και να μας κάνει εισαγωγή σε ένα κόσμο περασμένο που ακόμα γητεύει. Αυτά συμβαίνουν εδώ. Κίονες, κρήνες, καμάρες, επιγραφές και το ονομαζόμενο βήμα του Απόστολου Παύλου. Εδώ κι εκεί ξεφυτρώνουν δέντρα με παχύ ίσκιο με παγκάκια από κάτω για να ξεκουραστούμε και να πιάσουμε ψιλοκουβέντα με τον φύλακα που ξεροσταλιάζει μ΄ ένα μπουκάλι νερό στο χέρι και παραπονιέται ότι ο χώρος δεν έχει αναδειχτεί όσο πρέπει. Μα τι λες καλέ μου άνθρωπε, ποιος αντέχει τις ορδές των τουριστών, δεν βλέπεις τι γίνεται στην Ακρόπολη; Επισκέπτες ναι αλλά να παίρνει και καμιά ανάσα ο χώρος. Εδώ είναι και το μικρό μουσείο, πολύ φροντισμένο, με ωραία δροσιά και άπειρα εκθέματα που μια ιδέα πήραμε καθώς δεν είμαστε του κλάδου της αρχαιολογίας για να αφοσιωθούμε, μόνο να εντυπωσιαστούμε μπορούμε.



Αφήνουμε τον Ακροκόρινθο για την επόμενη μέρα γιατί η ανάβαση στο κάστρο θέλει ανυπερθέτως πρωινή ώρα και πάλι, για να πούμε την αλήθεια, δεν το γυρίζεις όλο σε μια επίσκεψη. Εδώ έχουν βάλει όλοι το χεράκι τους, οι Φράγκοι, οι Ενετοί, οι Οθωμανοί καθότι, ηλίου φαεινότερον, η θέση είναι στρατηγική. Ως εκ τούτου και αρχαίο ναό έχει, της Αφροδίτης, και φράγκικη αρχιτεκτονική και τζαμί και το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου και μια δεξαμενή του Βυζαντίου. Κόσμος και κοσμάκης πέρασε από το κάστρο ώσπου στο τέλος το ελευθέρωσε ο Κολοκοτρώνης από τους κατακτητές για να μπορούμε σήμερα να το κατακτήσουμε εμείς.



Με το αυτοκίνητο στο πάρκιν παίρνουμε τον ανήφορο μέχρι τη σιδερένια σκάλα που οδηγεί στην πρώτη πύλη. Δεν γνωρίζω τι υποδήματα φορούσε η κατά καιρούς πυργοδέσποινα, αλλά εδώ η πέτρα γυαλίζει απειλητικά και αλλάζει μεγέθη, μα δεν σκέφτηκε κανείς να ρίξει λίγο τσιμεντάκι, και θέλει προσοχή για να μη βρεθείς στη θάλασσα όσο να πεις κρεμμύδι.

Και μια που είπα για θάλασσα, από εδώ πάνω η θέα είναι μαγευτική. Όλος ο κάμπος απλώνεται στα πόδια μας, οι ελαιώνες και στο βάθος ο κορινθιακός. Είμαστε στο μεγαλύτερο κάστρο της Ελλάδας, ανεβαίνουμε κάτω από τον ήλιο να βιγλίσουμε από κανένα προμαχώνα, φτάνουμε σε ένα εκκλησάκι με μια σκουριασμένη καμπάνα, τοιχογραφίες ξεθωριασμένες και αρχαία κιονόκρανα και ξαποσταίνουμε σε κάτι ισκιωμένα σκαλιά κάθιδροι αλλά ενθουσιασμένοι. Ό, τι είδαμε ήταν μάλλον τα λιγότερα αλλά ό, τι νιώσαμε ήταν πολύ. Πάλι τα χρώματα έπαιξαν το ρόλο τους για μένα. Η ώχρα της πέτρας, το πράσινο των δέντρων, το μπλε της θάλασσας στο βάθος. Μια ηρεμία που αποζητά κανείς σε απέλπιδες προσπάθειες, εδώ είναι σε αφθονία, όπως και στην αρχαία Κόρινθο.


Η ηρεμία όμως δεν είναι μια λέξη που ταιριάζει στον φάρο Μελαγκάβι, διότι είναι φάρος. Δεν πας στον φάρο για να ηρεμήσεις, πας για να αναστατωθεί το μέσα σου, να έρθεις πρόσωπο με πρόσωπο με το γκρεμό, να προκληθείς από τη θέα. Όλα αυτά τα βρίσκουμε εδώ αφού έχουμε περάσει το Λουτράκι και τη λίμνη Βουλιαγμένη και έχουμε παραβλέψει τον αρχαιολογικό χώρο του Ηραίου γιατί δεν προλαβαίνουμε το φως της μέρας.

Για να ανεβούμε στο φάρο παίρνουμε ένα κακοτράχαλο μονοπάτι διότι τα αγαθά κόποις κτώνται, με ογκώδεις πέτρες που τις χρησιμοποιούμε για στήριγμα και αίφνης βρισκόμαστε στην κορυφή του βράχου. Και ιδού το αγαπημένο οικοδόμημα καθώς τρέφω ανέκαθεν μια αδυναμία στους φάρους. Το κτίριο είναι περιφραγμένο οπότε βλέπουμε μόνο το πάνω μέρος με τη λάμπα, εξαίσιο δημιούργημα περιτριγυρισμένο λίγο πριν τη δύση με χρυσά σύννεφα. Επίσης βλέπουμε αρκετό κόσμο με κινητά ανοιχτά για το ηλιοβασίλεμα και από πάνω μας βουίζει ένα ντρόουν, τυχερός ο χειριστής που θα έχει μια πανοραμική άποψη του τοπίου, άτυχοι εμείς με το βουητό της τεχνολογίας.


Εδώ πιάνεις μια στρογγυλή κατά προτίμηση πέτρα και αράζεις μέχρι να ξεκινήσει η διαδικασία του ηλιοβασιλέματος. Μέχρι να βυθιστεί η σφαίρα στη θάλασσα και να τα βάψει όλα ρουμπινιά έχουμε προλάβει να απλώσουμε το μάτι μας στις Αλκυονίδες νήσους και στα βουνά της Κορινθίας την ώρα που το ζευγάρι απέναντι παίρνει θέση για την καθιερωμένη φωτογραφία που βγαίνουν δυο μαύρες σκιές σε φόντο τριανταφυλλί. Διαχρονική αξία.

Ο φάρος αναμένεται να ανάψει σύντομα πιστεύω, μία λευκή αναλαμπή ανά δέκα δευτερόλεπτα, αλλά δεν θα είναι για τη χάρη μας οπότε λίγο μετά τη δύση ξαναπαίρνουμε σιγά σιγά το κακοτράχαλο μονοπάτι της επιστροφής μέχρι το βατό δρομάκι για το πάρκιν, σίγουροι πια ότι δεν θα χάσουμε το δρόμο όπως πριν, παρότι η έκθεση σε τόση ομορφιά μπορεί να δημιουργήσει τέτοια φαινόμενα.


Χαρά Γιαννοπούλου